Πρώτα χρόνια

Γέννηση

Ο Αλέξανδρος του Φιλίππου Β' και της Ολυμπιάδας, γεννήθηκε τον Ιούλιο του 356 π.Χ., πιθανώς την 20η ή 26η Ιουλίου, στην Πέλλα, πρωτεύουσα του μακεδονικού κράτους. Σύμφωνα με την παράδοση, γεννήθηκε την ίδια νύχτα που ο Ηρόστρατος πυρπόλησε τον ναό της Άρτεμης στην Έφεσο, με τους μάντεις και ιερείς να ερμηνεύουν το γεγονός ως οιωνό της υποταγής της Ασίας.

Σύμφωνα με την παράδοση, η γενεαλογία του ανάγεται σε δύο κεντρικές μορφές της αρχαίας ελληνικής παράδοσης, αυτή του ημίθεου Ηρακλή, ο οποίος υπήρξε γενάρχης της δυναστείας των Αργεαδών Μακεδόνων, και αυτή του ήρωα Αχιλλέα, ο γιος του οποίου, ο Νεοπτόλεμος, ίδρυσε τον βασιλικό οίκο των Μολοσσών, μέλος του οποίου ήταν η μητέρα του Ολυμπιάδα. Η θρυλούμενη καταγωγή του Αλέξανδρου συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του, από τα πρώτα έτη του βίου του.

Όψη και εμφάνιση

Ο Αλέξανδρος αναφέρεται πως είχε ένα γαλάζιο και ένα καφέ μάτι, εμφανίζοντας το γενικά σπάνιο στους ανθρώπους φαινόμενο της ετεροχρωμίας όπου οι ίριδες των ματιών διαφέρουν σε χρώμα μεταξύ τους. Επίσης περιγράφεται πως είχε μια ελαφριά κλίση του κεφαλιού του προς τα πάνω με αριστερή κατεύθυνση, πιθανώς λόγω του τραυματισμού του από χτύπημα ροπάλου στον λαιμό κατά την πολιορκία του κάστρου των Ιλλυριών το 335 π.Χ., ή ως φυσικό σύμπτωμα σκολίωσης. Ως προς το ύψος του, περιγράφεται γενικά ως κάτω του μέσου όρου, με μυώδη διάπλαση.

Το χρώμα των μαλλιών του περιγράφεται είτε ως ανοιχτόχρωμο (κατά τους Αιλιανό, Ιούλιο Βαλέριο, Λιβάνιο) είτε ως σκούρο καστανό, με την τοιχογραφία της μάχης της Ισσού που βρέθηκε στην Πομπηία να τον δείχνει καστανό.

Παιδική και εφηβική ηλικία

Το 349 π.Χ. ο Λεωνίδας, συγγενής της Ολυμπιάδας, ανέλαβε την ευθύνη της ανατροφής του πρίγκιπα. Υπό την επίβλεψή του, ο Αλέξανδρος, διδάχτηκε αριθμητική, γεωμετρία, μουσική και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την ιππασία. Αργότερα, ο Φίλιππος ανέθεσε τις σπουδές του γιου του, στον Αριστοτέλη, ο οποίος του δίδαξε ιστορία, αστρονομία, γεωγραφία, ιατρική, φιλολογία και πολιτικές επιστήμες, μαζί με τα υπόλοιπα νεαρά μέλη της μακεδονικής αριστοκρατίας. Η μαθητεία κοντά στον μεγάλο φιλόσοφο έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον χαρακτήρα του νεαρού Αλέξανδρου.

Αυτήν την περίοδο, όπως παραδίδεται, ο Αλέξανδρος απέκτησε από έναν φίλο του Φιλίππου, τον Δημάρατο, τον Βουκεφάλα. Οι παρευρισκόμενοι στο παλάτι του Φίλιππου, θαύμασαν και προσπάθησαν να δαμάσουν τον Βουκεφάλα, όμως ο ένας μετά τον άλλον αποτύγχανε να δαμάσει το άλογο. Ο νεαρός Αλέξανδρος κατάλαβε ότι το άλογο τρόμαζε όταν έβλεπε τον ίσκιο του, έτσι με τη χρήση των χαλιναριών γύρισε το κεφάλι του Βουκεφάλα προς τον ήλιο, ώστε να μην βλέπει τον ίσκιο του και τελικά τον ηρέμησε.

Το 340 π.Χ. ο Αλέξανδρος σταμάτησε τις σπουδές του και γύρισε στην Πέλλα, όπου πήρε ενεργό μέρος στην πολιτική ζωή της Μακεδονίας. Κατά τις εκστρατείες του ο Φίλιππος εμπιστευόταν την διοίκηση της Μακεδονίας στον Αλέξανδρο. Σε ηλικία 16 χρονών και ενώ ο πατέρας του έλειπε στο Βυζάντιο, κατέστειλε μια εξέγερση Μαιδών.Κατά τη μάχη της Χαιρώνειας, το 338 π.Χ., ο Φίλιππος συνέτριψε τις ενωμένες δυνάμεις Αθηναίων και Θηβαίων, με τον Αλέξανδρο επικεφαλής του ιππικού. Μετά από την ήττα των Αθηναίων πήγε στην Αθήνα ως αντιπρόσωπος του πατέρα του. Στο συνέδριο της Κορίνθου που ακολούθησε τη μάχη της Χαιρωνείας, ο Φίλιππος εξελέγη «στρατηγός αυτοκράτωρ της Ελλάδος» εν όψει της εκστρατείας κατά των Περσών.

Στα 337 π.Χ., ο Φίλιππος -σε ηλικία 48 ετών- μνηστεύθηκε την Κλεοπάτρα Ευριδίκη, ευγενή της Μακεδονίας. Η Ολυμπιάδα ένιωσε όχι μόνο προσβεβλημένη και πως το γόητρό της καταρρακώθηκε, αλλά, αν η Κλεοπάτρα έδινε γιο στον Φίλιππο, εκείνος θα εκτόπιζε τον Αλέξανδρο στη διαδοχή.Αυτό προκάλεσε αναστάτωση στις, μέχρι τότε, αρμονικές σχέσεις του Αλέξανδρου με τον πατέρα του. Η Ολυμπιάδα παρέμεινε στα διαμερίσματά της κατά τη γιορτή του γάμου, αλλά ο Αλέξανδρος παρευρέθηκε εκεί, χάνοντας σταδιακά την αυτοκυριαρχία του. Ο Άτταλος θείος της νύφης προσέβαλε σε μια πρόποσή του τον Αλέξανδρο και αυτός του πέταξε ένα κύπελλο.Ο Φίλιππος προσπάθησε να επιβάλει την τάξη, αλλά είχε πιεί πολύ κρασί και το κουτσό του πόδι τον πρόδωσε. Ο Αλέξανδρος χλεύασε τον πατέρα του, πως ενώ υποτίθεται πως θα οδηγούσε τον στρατό του από την Ελλάδα στην Ασία αυτός δεν μπορούσε να περπατήσει από την μια άκρη στην άλλη, και βγήκε από την αίθουσα. Αργότερα, αποσύρθηκε στην Ήπειρο μαζί με τη μητέρα του. Ωστόσο, ο Αλέξανδρος επέστρεψε στο ανάκτορο και συμφιλιώθηκε με τον Φίλιππο, αλλά η Ολυμπιάδα παρέμεινε στην Ήπειρο.

Το 336 π.Χ. ο Φίλιππος πάντρεψε μια από τις κόρες του με το βασιλιά της Ηπείρου και αδελφό της Ολυμπιάδας, Αλέξανδρο. Οργανώθηκε βασιλική γιορτή στις Αιγές, με παρελάσεις και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Καθώς ο Φίλιππος έμπαινε στο στάδιο για να κηρύξει τους αγώνες, ένας από τους σωματοφύλακες του, ο Παυσανίας, βγήκε μπροστά του και τον δολοφόνησε, και στην καταδίωξη που ακολούθησε δολοφονήθηκε και ο ίδιος.

Θρησκεία

Οι θρησκευτικές ιδέες του Αλέξανδρου ήταν συμβατικές στον παραδοσιακό πολυθεϊσμό της κλασσικής Ελλάδας, Ο Αλέξανδρος ήταν ένας βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος που έκανε θυσίες και προσφορές στους θεούς του Ολύμπου, τον Δία (προστάτη θεό της Μακεδονίας), Ποσειδώνα, Ασκληπιό, Απόλλωνα, Διόνυσο. Και κυρίως ο Άρης και η Αθηνά. Επίσης, ο Άμων (Θεωρείται ο πατέρας του), και άλλοι.

Ανάληψη εξουσίας στην Μακεδονία και την υπόλοιπη Ελλάδα

Όταν δολοφονήθηκε ο Φίλιππος, ο Αλέξανδρος ήταν μονάχα 20 ετών και φαινόταν τρωτός. Μολαταύτα, συγκρότησε τη δική του σωματοφυλακή, και κινήθηκε γρήγορα εξουδετερώνοντας όλους τους πιθανούς διεκδικητές του θρόνου, τον οποίο και κατέλαβε. Εισέβαλε μετά στη Θεσσαλία και προχώρησε προς νότο αναγνωριζόμενος από όλους. Δεν εκδηλώθηκε καμιά επαναστατική κίνηση και το φθινόπωρο του 336 το συνέδριο της Κορίνθου τον ανακήρυξε, όπως είχε ανακηρύξει και τον Φίλιππο, «στρατηγό αυτοκράτορα της Ελλάδος» για την εναντίον των Περσών εκστρατεία. Κατά τον Πλούταρχο, στην Κόρινθο ο Αλέξανδρος συνάντησε και τον κυνικό φιλόσοφο Διογένη ωστόσο πολλοί νεότεροι ιστορικοί αμφισβητούν την ιστορικότητα αυτού του γεγονότος, κατατάσσοντάς το στη μεταγενέστερη ανεκδοτολογία που πλάστηκε για τον μακεδόνα βασιλιά.

Πριν αρχίσει την εκστρατεία, πήγε να πάρει χρησμό από τους Δελφούς, που όμως εκείνη τη μέρα η Πυθία δεν χρησμοδοτούσε. Ο Αλέξανδρος μη θέλοντας να φύγει χωρίς χρησμό τράβηξε την ιέρεια προς το μαντείο, προσπαθώντας να την πείσει. Αυτή μη μπορώντας να του αντισταθεί φέρεται να του είπε, «Παιδί μου, είσαι ακαταμάχητος!» και ο έτσι ο Αλέξανδρος πήρε τον χρησμό που ήθελε. Την άνοιξη του 335 π.Χ. εξεστράτευσε εναντίον των Ιλλυριών και Τριβαλλών, προελαύνοντας από την Αμφίπολη μέχρι τον Αίμο σε διάστημα δέκα ημερών. Αφού νίκησε τους εκεί Θράκες, προχώρησε προς τον Δούναβη, νίκησε τους Τριβαλλούς και επιχείρησε επιδρομή κατά των Γετών, την οποία όμως αναγκάστηκε να διακόψει λόγω εξέγερσης των Ιλλυριών. Μετά στράφηκε προς τον νότο και υπέταξε τους Αγριάνες και τους Παίονες, εξασφαλίζοντας την πλήρη κυριαρχία στην περιοχή.

Όσο καιρό ο Αλέξανδρος πολεμούσε στον βορρά, οι Θηβαίοι ξεκίνησαν πόλεμο και πολιόρκησαν τη μακεδονική φρουρά της Καδμείας, ενώ και στην Αθήνα και άλλες πόλεις επικράτησε αναβρασμός που προκαλούσαν οι αντιμακεδονικοί διαδίδοντας φήμες ότι ο Αλέξανδρος είναι νεκρός. Ο Αλέξανδρος, δρώντας αστραπιαία, διένυσε τα 500 χιλιόμετρα από την Ιλλυρία στη Θήβα σε δώδεκα μέρες. Εκεί, μετά από σύντομη αλλά σθεναρή αντίσταση των Θηβαίων, κατόρθωσε να επικρατήσει. Ακολούθως συγκάλεσε το Κοινό των Ελλήνων για να αποφασίσει την τιμωρία της Θήβας, την οποία εφάρμοσε διατάζοντας τον θάνατο έξι χιλιάδων Θηβαίων, με τους υπόλοιπους τριάντα χιλιάδες κατοίκους να πωλούνται ως δούλοι. Επίσης, ισοπέδωσε την πόλη, με εξαίρεση το σπίτι του ποιητή Πινδάρου. Τόσο τρομερή ήταν η καταστροφή, ώστε ο Αλέξανδρος πήγε προσκυνητής στους Δελφούς για να εξιλεωθεί. Μετά από αυτό, καμία πόλη δεν αψήφησε ανοιχτά τον νεαρό βασιλιά της Μακεδονίας.

Διασώζεται επίσης και η εξής ιστορία: Όσο βρισκόταν στη Θήβα ο Αλέξανδρος, μερικοί στρατιώτες του έφεραν μπροστά του μια γυναίκα με το όνομα Τιμόκλεια, η οποία είχε ρίξει έναν Θράκα διοικητή στο πηγάδι, όταν αυτός της ζήτησε να πλαγιάσει μαζί της καθώς και την περιουσία της. Ο Αλέξανδρος αφού την άκουσε, θαύμασε το θάρρος της και διέταξε να αφήσουν αυτήν και την οικογένειά της ελεύθερη.